Επισκέπτες του χώρου μας

Τετάρτη, 13 Απριλίου 2016


Έτσι φεύγουν οι στρατιώτες του Θεού

 
p.antwnios7
Πρωτοπρεσβύτερος Αντώνιος Αλεβιζόπουλος
1931 –  2 Μαΐου 1996 
[…] Μια μέρα πριν από το τέλος πήρα τηλέφωνο και τον πατέρα Ιω­άννη Φωτόπουλο να τον ενημερώσω σχετικά. Δεν πέρασε μισή ώρα και ανοίγει η πόρτα του ασανσέρ του 5ου ορόφου και εμφανίζεται ο π. Ιωάννης φορώντας το πετραχείλι του και με το άγιο δισκοπό­τηρο στο χέρι. Για λίγο μείναμε ακίνητοι, σαστισμένοι, άφωνοι. Με­τά κατευθυνθήκαμε σιωπηλά στο δωμάτιο 509. Λίγα άτομα, 4 ή 5 είμασταν μέσα. Κοντά του η πρεσβυτέρα.

Ποιός είναι, είπε με αρκετά καθαρή φωνή.
Ο πατήρ Ιωάννης του απάντησε η πρεσβυτέρα.
Δεν ξαναμίλησε αλλά παρακολουθούσε προσεκτικά.
Ο π. Ιωάννης άρχισε να ψάλει το «Χριστός Ανέστη» κι όλοι μαζί ακολουθούσαμε σιγανά. Μετά ο π. Ιωάννης άρχισε την ακολουθία της Θείας Μεταλήψεως τόσο κατανυκτικά που σου κοβότανε η αναπνοή.
«Άρτος ζωής αιωνιζούσης…».
Πολλές φορές έψαλλα η άκουσα να ψάλλεται η ωραία αυτή ακολουθία. Δεν θυμάμαι όμως κάποια ανάλογη στιγμή που να κατανυγεί η ψυχή μου τόσο βαθιά.
«Του δείπνου Σου του μυστικού…»
Η ακολουθία τελειώνει. Ο π. Ιωάννης πλησιάζει με τρεμάμενα χέ­ρια από την ιερή στιγμή στο κρεββάτι.
«Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού, Αντώνιος ιερέας εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος».
Τι μεγαλειώδης και αγιωτάτη στιγμή. Ο πατήρ Ιωάννης ψάλλει αμέσως την Ευχαριστία μετά τη Θεία Μετάληψη. Και τέλος πάλι το «Χριστός Ανέστη».
Μετά δεν μιλάμε κανένας. Στεκόμαστε βουβοί και τον κοιτάζαμε με βλέμματα γεμάτα ερωτηματικά.
Σε λίγο τον ακούμε να λέγει στην πρεσβυτέρα που είναι κοντά του: «Παραμέρισε…». Η πρεσβυτέρα παραμερίζει. Μετά από λίγο, λέγει πάλι, στον πληθυντικό αυτή τη φορά. «Παραμερίστε, παραμερίστε… ν’ ακούσω τις ψαλμωδίες».
Εκείνη τη στιγμή άκουγε ασφαλώς τους αγγέλους να ψάλλουν τον τρισάγιο ύμνο. Κοίταζε στον απέναντι τοίχο. Τι έβλεπαν τα ορθάνοιχτα μάτια του που κοίταζαν με τόση ευλάβεια και επιμονή προς το ανοιχτό παράθυρο; Θα έβλεπε ασφαλώς Αγίους, Αγγέλους και τον Κύριο που τόσο πολύ αγάπησε και που τόσο πολύ υπηρέτησε με όλη την δύναμη της ψυχής του σε κάθε λεπτό της ζωής του, να τον περιμένει με ανοιχτή την αγκαλιά Του, να τον αγκαλιάσει και να τον επιβραβεύσει με τον στέφα­νο της δικαιοσύνης και της αρετής.
Τι έβλεπαν τώρα αυτά τα μάτια που στην πραγματικότητα έβλεπαν τόσο λίγο, που μας έπεσε μερικές φορές στο δρόμο, σκοντάφτοντας σε εμπόδια και σκαλοπάτια;
Κι όμως μ’ αυτό το λίγο φως διάβαζε δεκάδες κείμενα κάθε μέρα, έγραφε εκατοντάδες σελίδες, αναφορές,εκθέσεις, επιστολές, βιβλία. Αυτά τα μάτια που τόσο τον ταλαιπώ­ρησαν δεκαετίες ολόκληρες. Τον θυμόμαστε στις ημερίδες ή στα κα­λοκαιρινά σεμινάρια να βάζει βαμβάκια με χαμομήλι στα μάτια του, που έφερναν μαζί τους πάντοτε συνεργάτριες που ήξεραν το πρό­βλημά του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου